Δημοσιεύτηκε στις 11 Αυγούστου 2026
Πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη της «Άλκηστης», η παράσταση είχε ήδη αρχίσει. Μπαίνοντας στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, το βλέμμα συναντούσε μια επιβλητική, σκοτεινή κατασκευή που γεννούσε αμέσως ερωτήματα και προμήνυε τον κόσμο που είχε δημιουργήσει ο Δημήτρης Καραντζάς για το αμφίσημο έργο του Ευριπίδη.

Μια τεράστια επικλινής κατασκευή καταλάμβανε τον σκηνικό χώρο. Ένα ασταθές, απότομο έδαφος, πάνω στο οποίο τα σώματα έπρεπε διαρκώς να αγωνίζονται για να ισορροπήσουν. Στο χαμηλότερο σημείο της κατηφόρας βρισκόταν ο Θάνατος: η Θεοδώρα Τζήμου, σχεδόν ακινητοποιημένη μέσα σε ένα επιβλητικό, υπερμεγέθες μαύρο φόρεμα, που έμοιαζε να αποτελεί οργανικό τμήμα της σκηνογραφίας.
Πριν ακόμη ακουστεί η πρώτη λέξη, το νόημα είχε αρχίσει να διαμορφώνεται. Η ζωή παρουσιάστηκε σαν ένα έδαφος που υποχωρεί συνεχώς κάτω από τα πόδια μας. Μια ανηφορική προσπάθεια μέσα σε μια κατασκευή που, όσο κι αν παλεύεις να κρατηθείς, σε οδηγεί τελικά προς τα κάτω. Προς εκείνο που περιμένει αμετακίνητο, υπομονετικό και βέβαιο.

Η συμφωνία που απαιτεί ένα ανθρώπινο αντάλλαγμα
Η «Άλκηστις» είναι ένα από τα πιο παράξενα και δυσερμήνευτα έργα του Ευριπίδη. Παρουσιάστηκε το 438 π.Χ. στη θέση όπου συνήθως δινόταν το σατυρικό δράμα, γεγονός που εξηγεί εν μέρει την ιδιαίτερη συνύπαρξη του τραγικού με το κωμικό, του θρήνου με το γλέντι και του θανάτου με μια φαινομενικά ευτυχή κατάληξη.
Ο Απόλλωνας έχει εξασφαλίσει για τον Άδμητο, ως ανταπόδοση για τη φιλοξενία του, τη δυνατότητα να αποφύγει τον πρόωρο θάνατό του. Υπάρχει, όμως, ένας όρος: κάποιος άλλος πρέπει να δεχθεί να πεθάνει στη θέση του. Οι ηλικιωμένοι γονείς του αρνούνται και τελικά η σύζυγός του, η Άλκηστις, προσφέρει τη δική της ζωή.

Η αυτοθυσία, επομένως, δεν είναι μια αφηρημένη ηρωική πράξη. Είναι μια απολύτως άνιση συναλλαγή. Ένας άνδρας, ένας βασιλιάς και φορέας της εξουσίας εξακολουθεί να ζει επειδή μια γυναίκα αποδέχεται να εξαφανιστεί. Η σκηνοθετική ανάγνωση του Δημήτρη Καραντζά μετακινεί το ενδιαφέρον από την υποτιθέμενη συζυγική αφοσίωση προς το σύστημα που θεωρεί αυτή τη θυσία όχι μόνο δυνατή, αλλά σχεδόν αυτονόητη.
Η Άλκηστις πεθαίνει μπροστά σε μια ολόκληρη κοινωνία που θρηνεί, αλλά δεν επαναστατεί. Η πράξη της μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα, ενώ όσοι παραμένουν ζωντανοί φαίνεται να κρύβονται πίσω από την τελετουργία του πένθους. Το ίδιο το Εθνικό Θέατρο περιγράφει την παράσταση ως μια πολιτική ανάγνωση γύρω από το φύλο, την εξουσία, τη θυσία και τη συλλογική ευθύνη.
Ένα τεράστιο μουσικό όργανο του Άδη
Το σκηνικό του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δεν ήταν απλώς μια εντυπωσιακή κατασκευή. Σταδιακά αποκαλυπτόταν ως ένα διαλυμένο, παράξενο μουσικό όργανο. Πνευστά, έγχορδα, χορδές και μηχανισμοί ενσωματώνονταν στον χώρο, παράγοντας αλλόκοτους, οξείς και συχνά ενοχλητικούς ήχους.

Οι ηθοποιοί δεν κινούνταν απλώς πάνω στη σκηνή· την ενεργοποιούσαν. Άγγιζαν τις χορδές, χειρίζονταν τα όργανα και μετέτρεπαν κάθε κίνηση σε μέρος του ηχητικού τοπίου. Η μουσική και οι ηχητικές κατασκευές του Panú δεν λειτουργούσαν ως συνοδεία, αλλά ως μια διαρκής υπόμνηση ότι αυτός ο κόσμος βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στον Άδη.
Ιδιαίτερα δυνατή ήταν η εικόνα των χορδών που περικύκλωναν το επικλινές σκηνικό και κατέληγαν στο χέρι του Θανάτου. Η Θεοδώρα Τζήμου έμοιαζε να κρατά το νήμα που συνέδεε όλα τα πρόσωπα, σαν ένας σκοτεινός μαριονετίστας που επιτρέπει στους ανθρώπους να κινούνται μόνο μέσα στα όρια που εκείνος έχει ήδη χαράξει.
Ο Θάνατος δεν χρειαζόταν να περιφέρεται απειλητικά. Η ακινησία του ήταν αρκετή. Δεν καταδίωκε κανέναν, επειδή δεν είχε λόγο να το κάνει. Ήξερε ότι όλοι θα κατέληγαν αργά ή γρήγορα κοντά του. Η παρουσία της Τζήμου ήταν κυρίως εικαστική, αλλά ακριβώς αυτή η επιβλητική ακινησία δημιουργούσε μία από τις πιο ισχυρές εικόνες της παράστασης.
Απέναντί της, ο Κώστας Νικούλι ως Απόλλωνας βρισκόταν ήδη στη θέση του πριν από την έναρξη, ημίγυμνος και ξαπλωμένος πάνω στην κατηφόρα. Η πρώτη του συνάντηση με τον Θάνατο έθετε αμέσως τη βασική αντίθεση του έργου: ο θεός που επιχειρεί να παρατείνει τη ζωή απέναντι στη μοναδική δύναμη που δεν μπορεί να ακυρωθεί οριστικά.

Ένας Χορός σαν κοινότητα ζωντανών νεκρών
Μέσα από τα ανοίγματα της μεταλλικής κατασκευής εμφανιζόταν ο Χορός, σαν να αναδυόταν από τα σπλάχνα ενός πληγωμένου οργανισμού. Τα μέλη του ανεβοκατέβαιναν με δυσκολία, γλιστρούσαν, κουλουριάζονταν και προσπαθούσαν να παραμείνουν όρθια πάνω στο κεκλιμένο έδαφος.
Έμοιαζαν με ζωντανούς νεκρούς, εγκλωβισμένους σε έναν αέναο θρήνο. Δεν βρίσκονταν απλώς γύρω από το δράμα· αποτελούσαν μέρος του μηχανισμού που το επέτρεψε. Ήταν η κοινωνία που παρακολουθεί τη θυσία της Άλκηστης, συγκινείται από αυτήν, συμμετέχει στο πένθος, αλλά δεν αμφισβητεί εγκαίρως την αδικία της.
Η αυστηρή κινησιολογία του Τάσου Καραχάλιου και η ακρίβεια με την οποία το σύνολο διαχειρίστηκε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό σκηνικό δημιούργησαν την αίσθηση μιας καλοκουρδισμένης παράστασης. Σε ορισμένα σημεία, ωστόσο, η επαναληπτική κίνηση και τα επίμονα ατονικά ηχοχρώματα επιβράδυναν τον ρυθμό και έδιναν μεγαλύτερη διάρκεια στον θρήνο από όση μπορούσε να αντέξει δραματουργικά η σκηνή.
Ίσως, όμως, αυτή η κόπωση να ήταν και μέρος του ζητούμενου. Ο θρήνος εδώ δεν λειτουργούσε ως στιγμιαία έκρηξη, αλλά ως μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία που καταπονεί τα σώματα και εξαντλεί την κοινότητα.

Η ήρεμη δύναμη της Ηρώς Μπέζου
Η Ηρώ Μπέζου προσέγγισε την Άλκηστη χωρίς ηρωικές εξάρσεις και εύκολους συναισθηματισμούς. Η ερμηνεία της στηρίχθηκε σε μια ήρεμη, εσωτερική δύναμη, η οποία έκανε ακόμη πιο οδυνηρή τη στιγμή του αποχαιρετισμού.
Η Άλκηστή της δεν εμφανίστηκε ως μια εξιδανικευμένη σύζυγος που βαδίζει ατάραχη προς τη θυσία. Φοβόταν, πονούσε και αγωνιούσε για τα παιδιά που εγκατέλειπε. Η απαίτησή της από τον Άδμητο να μην ξαναπαντρευτεί δεν ήταν απλώς έκφραση ζήλιας ή κτητικότητας. Ήταν μια τελευταία προσπάθεια να προστατεύσει τη θέση των παιδιών της και να υποχρεώσει τον σύζυγό της να αναλάβει το βάρος της φροντίδας που μέχρι τότε ανήκε αποκλειστικά στην ίδια.
Ακριβώς επειδή η Μπέζου δεν υπερφόρτωσε την ερμηνεία της, η Άλκηστη απέκτησε μεγαλύτερη ηθική δύναμη. Δεν παρουσιάστηκε ως άγαλμα αυτοθυσίας, αλλά ως ένας άνθρωπος που γνωρίζει τι χάνει και αντιλαμβάνεται πλήρως ότι η δική του εξαφάνιση αποτελεί την προϋπόθεση για να συνεχίσει κάποιος άλλος να υπάρχει.
Ιδιαίτερα ουσιαστική ήταν και η Δήμητρα Βλαγκοπούλου στον ρόλο της Υπηρέτριας. Με οδύνη αλλά και καθαρότητα, μετέφερε το βάρος όσων συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες του παλατιού, λειτουργώντας σαν η φωνή που ονομάζει την αδικία όταν όλοι οι υπόλοιποι την έχουν ήδη αποδεχθεί.

Ο Άδμητος και η ενοχή του επιζώντος
Ο Γιάννης Νιάρρος υποδύθηκε τον Άδμητο ως έναν άνθρωπο παγιδευμένο στην ίδια του την επιλογή. Θρηνεί τη γυναίκα του, αλλά ο θρήνος του δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το γεγονός ότι αποδέχθηκε να ζήσει χάρη στον θάνατό της. Είναι ταυτόχρονα συντετριμμένος σύζυγος και ο βασικός ωφελημένος μιας άδικης συμφωνίας.
Η ένταση της ερμηνείας του ανέδειξε τον πανικό και την αδυναμία του προσώπου, αν και σε ορισμένες στιγμές ο θρήνος εξωτερικεύτηκε περισσότερο από όσο χρειαζόταν. Παρ’ όλα αυτά, ο Άδμητος δεν παρουσιάστηκε μονοδιάστατα ως «κακός». Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπά τη ζωή τόσο πολύ, ώστε αποδέχεται ένα τίμημα που αργότερα αποδεικνύεται αδύνατον να σηκώσει.

Η σκληρότερη απογύμνωσή του έρχεται στη σύγκρουση με τον πατέρα του, τον Φέρη. Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης έδωσε στην παράσταση μία από τις πιο ουσιαστικές αλλά και απολαυστικά ειρωνικές στιγμές της. Ο Φέρης αρνείται να δεχθεί την κατηγορία ότι δεν θυσιάστηκε για το παιδί του. Υπερασπίζεται το δικαίωμά του στη δική του ζωή και επιστρέφει στον γιο του τη σκληρότερη αλήθεια: δεν μπορείς να κατηγορείς τους άλλους επειδή δεν πέθαναν για εσένα, όταν εσύ δέχθηκες να πεθάνει η γυναίκα σου.

Οι κωμικές ρωγμές μέσα στο πένθος
Η είσοδος του Ηρακλή αλλάζει απότομα τον τόνο. Ο Γιώργος Ζυγούρης εισβάλλει στον σκοτεινό κόσμο της παράστασης με λαϊκή πληθωρικότητα, σωματικότητα και ένα ακορντεόν στην πλάτη. Η παρουσία του δημιουργεί μια σχεδόν βίαιη κωμική ρωγμή μέσα στο πένθος.
Ο Ηρακλής τρώει, πίνει και διασκεδάζει στο σπίτι όπου μόλις έχει πεθάνει η οικοδέσποινα, επειδή ο Άδμητος, εγκλωβισμένος στους κανόνες της φιλοξενίας, του αποκρύπτει την αλήθεια. Η συνύπαρξη της κηδείας με το γλέντι μοιάζει αρχικά παράταιρη, αποτελεί όμως μέρος της βαθύτερης αμφισημίας του έργου.
Ο Αινείας Τσαμάτης, στον ρόλο του Υπηρέτη, λειτούργησε αποτελεσματικά ως αντίβαρο στην πληθωρικότητα του Ηρακλή, βοηθώντας την παράσταση να περάσει από την τραγωδία στην κωμωδία χωρίς να χάσει εντελώς το σκοτεινό της υπόστρωμα.

Είναι πράγματι ευτυχισμένο το τέλος;
Ο Ηρακλής πληροφορείται τελικά τον θάνατο της Άλκηστης, αναμετριέται με τον Θάνατο και την επιστρέφει στον Άδμητο. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για αποκατάσταση της τάξης ή ακόμη και για ένα ευτυχισμένο τέλος. Ο Καραντζάς, ωστόσο, δεν επιτρέπει αυτή την ανακούφιση.
Η γυναίκα που επιστρέφει παραμένει σιωπηλή. Δεν γνωρίζουμε αν είναι πραγματικά η ίδια, αν μπορεί να επιστρέψει στη ζωή που εγκατέλειψε ή αν η «ανάστασή» της αποτελεί απλώς μια νέα πράξη οικειοποίησης του σώματός της. Παραδίδεται ξανά στον άνδρα της σχεδόν ως τρόπαιο, χωρίς να της δίνεται η δυνατότητα να μιλήσει για όσα έζησε ή για όσα της επέβαλαν.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της παράστασης. Η επιστροφή δεν αναιρεί τη θυσία. Η Άλκηστη έχει ήδη πεθάνει επειδή μια κοινωνική τάξη θεώρησε τη ζωή του άνδρα σημαντικότερη από τη δική της. Το γεγονός ότι επιστρέφει δεν απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη.

Μια επιβλητική παράσταση που συνεχίζει να σε απασχολεί
Η «Άλκηστις» του Δημήτρη Καραντζά δεν ήταν μια παράσταση που πρόσφερε εύκολες απαντήσεις. Η βαριά σκηνογραφία, το απαιτητικό ηχητικό περιβάλλον και η μεγάλη διάρκεια του θρήνου μπορούσαν σε στιγμές να λειτουργήσουν πιεστικά. Η εικαστική σύλληψη υπήρξε ίσως ισχυρότερη από ορισμένες επιμέρους δραματουργικές ή ερμηνευτικές στιγμές.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα είχε συνέπεια, τόλμη και καθαρό προσανατολισμό. Ο Καραντζάς δεν προσπάθησε να εξομαλύνει τις αντιφάσεις του ευριπίδειου έργου. Τις άφησε να συγκρουστούν πάνω σε ένα σκηνικό που βρισκόταν διαρκώς μεταξύ ισορροπίας και πτώσης, τραγωδίας και κωμωδίας, ζωής και θανάτου.

Στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, η κατηφορική κατασκευή απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη συμβολική δύναμη. Απέναντι σε έναν χώρο που κουβαλά αιώνες ανθρώπινης παρουσίας, ο Θάνατος στεκόταν ακίνητος και περίμενε, ενώ οι άνθρωποι πάλευαν να κρατηθούν πάνω σε ένα έδαφος που τους οδηγούσε αναπόφευκτα προς το μέρος του.
Η παράσταση τελείωσε, αλλά η εικόνα παρέμεινε: μια γυναίκα θυσιασμένη, ένας άνδρας που επιβίωσε και μια κοινωνία που θρήνησε χωρίς να εμποδίσει το έγκλημα. Και κάπου χαμηλά, στο τέλος της κατηφόρας, ο Θάνατος εξακολουθούσε να κρατά τις χορδές.
Η παραγωγή παρουσιάστηκε στο Κούριο στις 7 και 8 Αυγούστου, ολοκληρώνοντας το πρόγραμμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Αρχαίου Ελληνικού Δράματος 2026.
Συντάκτης: Μιχάλης Χριστοδούλου
Σχετικά
Ο «Κάτοικος Κηφισιάς» ταξιδεύει σε τέσσερα χωριά της Κύπρου
Μια σύγχρονη θεατρική παράσταση για την κοινωνική ανισότητα, την οικογένεια, την αξιοπρέπεια και τη δύναμη μιας γυναίκας να αρχίσει ξανά
Έφυγε ο ηθοποιός Φοίβος Γεωργιάδης
Η Κύπρος αποχαιρετά έναν αθόρυβο αλλά πολύτιμο εργάτη της σκηνής
Μία ακόμα (επιπλέον) παράσταση για το «PARTY της ζωής μου» με την Ελένη Ράντου
Η παράσταση που καθήλωσε το κοινό επιστρέφει για μία τελευταία εμφάνιση στην Κύπρο
Το πολυβραβευμένο «Goodbye, Lindita» του Μάριο Μπανούσι έρχεται στη Λευκωσία
Η παράσταση που συγκλόνισε κοινό και κριτικούς σε όλο τον κόσμο παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας.
Ίων του Ευριπίδη: Δύο τελευταίες παραστάσεις στην Κύπρο
Πρόκειται για ένα από το πιο αινιγματικά έργα του αρχαίου δράματος
H Ελένη Ράντου επιστρέφει στην Κύπρο με "το Πάρτυ της ζωής μου"
Η παράσταση που συγκίνησε χιλιάδες θεατές επιστρέφει για τελευταία φορά στην Κύπρο!
Η Μαρίνα Μαλένη Κυριαζή διορίζεται Γενική Διευθύντρια του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου
Η θέση αφορά τα καθήκοντα τόσο εκτελεστικού όσο και καλλιτεχνικού Διευθυντή
Ο «Δίδυμος Μπελάς» με την Ελένη Φιλίνη έρχεται Κύπρο
Η κωμωδία του Δημήτρη Γιαννουκάκη σε περιοδεία με εκλεκτό θίασο
Πέθανε σε ηλικία 92 ετών η αγαπημένη ηθοποιός Μάρω Κοντού
Το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και νοσηλευόταν στο νοσοκομείο
Ο «Αρχοντοχωριάτης» του Μολιέρου μιλά κυπριακά και περιοδεύει σε όλη την Κύπρο αυτό το καλοκαίρι
Η ΕΘΑΛ και η Anyhow Theatre Ensemble παρουσιάζουν μια σύγχρονη διασκευή του κλασικού έργου στην κυπριακή διάλεκτο, μεταφέροντας τη δράση στην Κύπρο της δεκαετίας του '70, μέσα από μια απολαυστική σάτιρα γεμάτη χιούμορ, μουσική και έντονο κυπριακό χρώμα.
«Ημερολόγιο in progress»: Τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου όταν δημιουργεί;
Πέντε γυναίκες γίνονται οι φωνές μιας συνείδησης, σε μια παράσταση για τη δημιουργία, την αμφιβολία και τα «τέρατα» που γεννά το μυαλό.
«Το Ελιξίριο του Έρωτα» στο Pafos Aphrodite Festival 2026
Σε ανακοίνωση του Pafos Aphrodite Festival αναφέρεται ότι η νέα σκηνοθετική πρόταση μεταπλάθει ριζικά το κλασικό έργο σε έναν σύγχρονο, συμβολικό κόσμο